ζέμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ζέμα ζέματε ζέματα
Γενική ζέματος ζεμάτοιν ζεμάτων
Δοτική ζέματι ζεμάτοιν ζέμασι
Αιτιατική ζέμα ζέματε ζέματα
Κλητική ζέμα ζέματε ζέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζέμα < αρχαία ελληνική ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *i̯es-oH < *i̯es[1] (βράζω, αφρίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζέμα ουδέτερο

  1. (ελληνιστική κοινή) ζύμωση
  2. (ελληνιστική κοινή) βράσιμο
  3. (ελληνιστική κοινή) αφέψηση, αφέψημα
  4. (ελληνιστική κοινή) (μεταφορικά) αναβρασμός

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • ζέμα στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.