ζέσταμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζέσταμα ζεστάματα
γενική ζεστάματος ζεσταμάτων
αιτιατική ζέσταμα ζεστάματα
κλητική ζέσταμα ζεστάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζέσταμα < ζεσταίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζέσταμα ουδέτερο

  1. η διαδικασία με την οποία αυξάνουμε βαθμιαία τη θερμοκρασία ενός πράγματος, ιδίως κρύου φαγητού πριν την κατανάλωσή του
  2. η προθέρμανση πριν μια αθλητική δραστηριότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]