ζέω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζέω
Ρήμα
[επεξεργασία]ζέω
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *i̯es-oH < *i̯es[1] (βράζω, αφρίζω)
Ρήμα
[επεξεργασία]ζέω
- βράζω, κοχλάζω
- (για το νερό, στην ομηρική φράση: αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ)
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 349 (348-353)
- γάστρην μὲν τρίποδος πῦρ ἄμφεπε, θέρμετο δ᾽ ὕδωρ· | αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ, | καὶ τότε δὴ λοῦσάν τε καὶ ἤλειψαν λίπ᾽ ἐλαίῳ, | ἐν δ᾽ ὠτειλὰς πλῆσαν ἀλείφατος ἐννεώροιο· | ἐν λεχέεσσι δὲ θέντες ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν | ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς, καθύπερθε δὲ φάρεϊ λευκῷ.
- και ζών᾽ η φλόγα την κοιλιά και το νερό θερμαίνει. | Και άμα το είδαν πόβραζε στο χάλκωμα που λάμπει, | τον έλουσαν, τον έχρισαν με σταλαγμένο λάδι, | με αλοιφήν εννιάχρονην γεμίσαν τες πληγές του, | πατόκορφα τον σκέπασαν στην κλίνην που τον θέσαν | κι ένα σινδόνι και λευκό σάβανο επάνω απλώσαν.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- γάστρην μὲν τρίποδος πῦρ ἄμφεπε, θέρμετο δ᾽ ὕδωρ· | αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ, | καὶ τότε δὴ λοῦσάν τε καὶ ἤλειψαν λίπ᾽ ἐλαίῳ, | ἐν δ᾽ ὠτειλὰς πλῆσαν ἀλείφατος ἐννεώροιο· | ἐν λεχέεσσι δὲ θέντες ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν | ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς, καθύπερθε δὲ φάρεϊ λευκῷ.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 10 (κ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Αἴολον, Λαιστρυγόνας καὶ Κίρκην.), στίχ. 360
- ἡ δὲ τρίτη κρητῆρι μελίφρονα οἶνον ἐκίρνα | ἡδὺν ἐν ἀργυρέῳ, νέμε δὲ χρύσεια κύπελλα· | ἡ δὲ τετάρτη ὕδωρ ἐφόρει καὶ πῦρ ἀνέκαιε | πολλὸν ὑπὸ τρίποδι μεγάλῳ· ἰαίνετο δ᾽ ὕδωρ. | αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ, | ἔς ῥ᾽ ἀσάμινθον ἕσασα λό᾽ ἐκ τρίποδος μεγάλοιο, | θυμῆρες κεράσασα κατὰ κρατός τε καὶ ὤμων, | ὄφρα μοι ἐκ κάματον θυμοφθόρον εἵλετο γυίων.
- Η τρίτη το κρασί κερνούσε, γλυκόπιοτο σαν μέλι, σ᾽ έναν κρατήρα | ασημωμένο, και μοίραζε κούπες χρυσές. | Η τέταρτη κουβάλησε νερό κι άναψε δυνατή φωτιά κάτω | από τον μεγάλο τρίποδα, για να ζεστάνει το νερό. | Κι όταν, στο χάλκωμα που γυάλιζε, κόχλασε το νερό, | με κατεβάζει στον λουτρό για να με λούσει· γλύκανε το καυτό νερό | απ᾽ τον μεγάλο τρίποδα με δροσερό, κι ύστερα το ᾽χυνε | στους ώμους και στην κεφαλή μου, τα μέλη μου ν᾽ ανακουφίσει | από τον κάματο, που βάραινε και την ψυχή μου.
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἡ δὲ τρίτη κρητῆρι μελίφρονα οἶνον ἐκίρνα | ἡδὺν ἐν ἀργυρέῳ, νέμε δὲ χρύσεια κύπελλα· | ἡ δὲ τετάρτη ὕδωρ ἐφόρει καὶ πῦρ ἀνέκαιε | πολλὸν ὑπὸ τρίποδι μεγάλῳ· ἰαίνετο δ᾽ ὕδωρ. | αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ, | ἔς ῥ᾽ ἀσάμινθον ἕσασα λό᾽ ἐκ τρίποδος μεγάλοιο, | θυμῆρες κεράσασα κατὰ κρατός τε καὶ ὤμων, | ὄφρα μοι ἐκ κάματον θυμοφθόρον εἵλετο γυίων.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 349 (348-353)
- (για το βάζο στο οποίο βράζει ένα υγρό)
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 21 (Φ. Μάχη παραποτάμιος.), στίχ. 362
-
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
-
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 21 (Φ. Μάχη παραποτάμιος.), στίχ. 362
- (για την γη)
- (για το νερό, στην ομηρική φράση: αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ)
- (μεταφορικά) βράζω, κοχλάζω
- (με γενική, ή ενίοτε με δοτική) βράζω από/με ή ξεχειλίζω από κάτι
- (μεταβατικό) βάζω κάτι να βράσει ή κάνω κάτι να ξεχειλίσει
Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- ζέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ζέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)