ζήτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζήτηση οι ζητήσεις
      γενική της ζήτησης
& ζητήσεως
των ζητήσεων
    αιτιατική τη ζήτηση τις ζητήσεις
     κλητική ζήτηση ζητήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζήτηση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζήτηση θηλυκό

  1. (οικονομία) η ενέργεια με την οποία οι καταναλωτές ζητούν να αγοράσουν ένα προϊόν
     αντώνυμα: προσφορά
    όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, τότε η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται

Μεταφράσεις[επεξεργασία]