ζίννια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζίννια οι ζίννιες
      γενική της ζίννιας
    αιτιατική τη ζίννια τις ζίννιες
     κλητική ζίννια ζίννιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζίννια < αγγλική zinnia < Johann Gottfried Zinn

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζίννια θηλυκό

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]