ζαής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαής < ζα (επιτατικό μόριο) και ἄημι (πνέω]]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαής, ής, ές-ζαοῦς

  1. που φυσάει δυνατά (άνεμος), τρικυμιώδης, ορμητικός
    ἄνεμος ζαής
    ὦρσεν ἔπι ζαῆν ἄνεμον, ζαοῦς Νότου