ζαβαλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Ποιο θα είναι το κύριο λήμμα? ζάβαλης ή ζαβαλής; --Τυχαίος Χρήστης (συζήτηση).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζαβαλής οι ζαβαλήδες
      γενική του ζαβαλή των ζαβαλήδων
    αιτιατική τον ζαβαλή τους ζαβαλήδες
     κλητική ζαβαλή ζαβαλήδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαβαλής < τουρκική zavallı < αραβική زوال (zawāl) < زول (zuwal, φθίνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαβαλής αρσενικό (& ζάβαλης) (θηλυκό η ζαβαλού ή ζαβάλισσα και ουδέτερο ζαβαλίδικο)