ζαβαλής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαβαλής ζαβαλήδες
γενική ζαβαλή ζαβαλήδων
αιτιατική ζαβαλή ζαβαλήδες
κλητική ζαβαλή ζαβαλήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαβαλής < τουρκική zavallı < αραβική زوال (zawāl) < زول (zuwal, φθίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαβαλής αρσενικό (& ζάβαλης) (θηλυκό η ζαβαλού ή ζαβάλισσα και ουδέτερο ζαβαλίδικο)