ζαβλακώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαβλακώνω < ζαβλακωμένος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζαβλακώνω, πρτ.: ζαβλάκωνα, στ.μέλλ.: θα ζαβλακώσω, αόρ.: ζαβλάκωσα, παθ.φωνή: ζαβλακώνομαι, μτχ.π.π.: ζαβλακωμένος

  1. φέρνω κάποιον σε μια κατάσταση σωματικής και πνευματικής αδυναμίας που μοιάζει με τη νάρκωση
    • Η ζέστη και ο ήλιος με ζαβλάκωσαν
    • Με ζαβλάκωσε ο πυρετός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]