ζαβολιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαβολιά ζαβολιές
γενική ζαβολιάς ζαβολιών
αιτιατική ζαβολιά ζαβολιές
κλητική ζαβολιά ζαβολιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαβολιά < διαβολιά (για τη μετατροπή του δι σε ζ βλέπε και το ζουλώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /za.vɔ.ˈʎa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαβολιά θηλυκό

  • (οικείο) η παραβίαση κάποιων κανόνων, συνήθως σε παιχνίδια μεταξύ παιδιών αλλά και γενικότερα στις συναλλαγές και τις ανθρώπινες σχέσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]