ζαβομάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαβομάρα ζαβομάρες
γενική ζαβομάρας
αιτιατική ζαβομάρα ζαβομάρες
κλητική ζαβομάρα ζαβομάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαβομάρα < ζαβός + -ομάρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαβομάρα θηλυκό

  1. το να είναι κανείς ζαβός, η ανοησία ή η ιδιοτροπία, η παραξενιά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]