ζαγανιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαγανιάρης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαγανιάρης

  1. αυτός που αρρωσταίνει εύκολα, που δεν αντέχει τις κακουχίες,ο καχεκτικός,
  2. (κρητική διάλεκτος) το λαγωνικό

συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]