ζαγανιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαγανιάρης < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ζαγανιάρης

  1. αυτός που αρρωσταίνει εύκολα, που δεν αντέχει τις κακουχίες,ο καχεκτικός,
  2. (κρητικά) το λαγωνικό

συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]