ζαλίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαλίζω < μεσαιωνική ελληνική < ζάλη + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζαλίζω, πρτ.: ζάλιζα, στ.μέλλ.: θα ζαλίσω, αόρ.: ζάλισα, παθ.φωνή: ζαλίζομαι, μτχ.π.π.: ζαλισμένος

  1. προκαλώ σε κάποιον ζάλη, ζαλάα, ίλιγγο και αίσθηση απώλειας της ισορροπίας
  2. προκαλώ σε κάποιον πνευματική κόπωση και θολούρα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σκεφτεί καθαρά

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μας ζάλισες τον έρωτα: έχεις γίνει υπερβολικά φορτικός και πιεστικός με την επιμονή σου σε ένα θέμα


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]