ζαλικωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζαλικωμένος ζαλικωμένη ζαλικωμένο
γενική ζαλικωμένου ζαλικωμένης ζαλικωμένου
αιτιατική ζαλικωμένο ζαλικωμένη ζαλικωμένο
κλητική ζαλικωμένε ζαλικωμένη ζαλικωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζαλικωμένοι ζαλικωμένες ζαλικωμένα
γενική ζαλικωμένων ζαλικωμένων ζαλικωμένων
αιτιατική ζαλικωμένους ζαλικωμένες ζαλικωμένα
κλητική ζαλικωμένοι ζαλικωμένες ζαλικωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαλικωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ζαλικώνομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ζαλικωμένος, -η, -ο και ζαλωμένος

δείτε τη λέξη: ζαλωμένος