ζαλικώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαλικώνω < ζαλίκι + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζαλικώνω

  1. φορτώνω στους ώμους κάποιου ένα φορτίο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φορτώνω, ζαλώνω
  2. (μεταφορικά) αγγαρεύω κάποιον να κάνει μια δυσάρεστη δουλειά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φορτώνω, επιφορτίζω, αγγαρεύω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]