ζαλιστείς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ζαλιστείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
  2. θα ζαλιστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζαλίζομαι