ζαμάνια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζαμάνια < πληθυντικός αριθμός του ζαμάνι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζαμάνια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- πολύς καιρός, πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα
- ※ Ἄλλοτες ἦτον οἱ καιροὶ καὶ τὰ χρουσὰ ζαμάνια! (Καρπάθου) (Νικόλαος Γ. Πολίτης, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του Ελληνικού λαού, Παροιμίαι, τόμος Α΄, Αθήνα, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1899, σελ. 571)