Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζαμανφουτίστας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζαμανφουτίστας οι ζαμανφουτίστες
      γενική του ζαμανφουτίστα των ζαμανφουτιστών
    αιτιατική τον ζαμανφουτίστα τους ζαμανφουτίστες
     κλητική ζαμανφουτίστα ζαμανφουτίστες
Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζαμανφουτίστας < (λόγιο δάνειο) γαλλική je-m'en-foutiste (αδιάφορος) με επίθημα -ίστας [1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /za.man.fuˈti.stas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζαμανφουτίστας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζαμανφουτίστας αρσενικό (θηλυκό ζαμανφουτίστρια)

  • αυτός που είναι συστηματικά τελείως αδιάφορος, που αδιαφορεί για τα πάντα
    παράδειγμα  Είναι ζαμανφουτίστας και ωχαδερφιστής, αρκεί να μη θίγoνται τα συμφέροντά του.
      Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ' αυτήν. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτη, 2024)
      Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία. (Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη, 1996)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Με προσαρμογή προφοράς ζα- ή ζε-

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ζαμανφουτίστας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. s.v. ζαμανφού - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.