ζαρζαβάτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαρζαβάτι ζαρζαβάτια
γενική ζαρζαβατιού ζαρζαβατιών
αιτιατική ζαρζαβάτι ζαρζαβάτια
κλητική ζαρζαβάτι ζαρζαβάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαρζαβάτι < τουρκική zerzavat < περσική سبزه (sabza) "πρασινάδα, πράσινος"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαρζαβάτι ουδέτερο

  1. δείτε τη λέξη: ζαρζαβατικό