ζαχαρένιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζαχαρένιος ζαχαρένια ζαχαρένιο
γενική ζαχαρένιου ζαχαρένιας ζαχαρένιου
αιτιατική ζαχαρένιο ζαχαρένια ζαχαρένιο
κλητική ζαχαρένιε ζαχαρένια ζαχαρένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζαχαρένιοι ζαχαρένιες ζαχαρένια
γενική ζαχαρένιων ζαχαρένιων ζαχαρένιων
αιτιατική ζαχαρένιους ζαχαρένιες ζαχαρένια
κλητική ζαχαρένιοι ζαχαρένιες ζαχαρένια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαχαρένιος < ζάχαρ(η) + -ένιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαχαρένιος, -α, -ο

  1. που φτιάχνεται από ζάχαρη ή είναι πασπαλισμένος μ’ αυτή
  2. (μεταφορικά) πολύ γλυκός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) ζαχαρένια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]