ζαχαρούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ζαχαρούχος οι ζαχαρούχοι
γενική του ζαχαρούχου των ζαχαρούχων
αιτιατική τον ζαχαρούχο τους ζαχαρούχους
κλητική ζαχαρούχε ζαχαρούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαχαρούχος < καθαρεύουσα σακχαροῦχος < ζάχαρις και ἔχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαχαρούχος, ος, ο (το θηλυκό δύσχρηστο πια, αλλά ούτε το ζαχαρούχα είναι δόκιμο)

ζαχαρούχος χυμός (αλλά σακχαρούχος ένωση, ουσία, ορός)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]