ζαχαρωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζαχαρωτός ζαχαρωτή ζαχαρωτό
γενική ζαχαρωτού ζαχαρωτής ζαχαρωτού
αιτιατική ζαχαρωτό ζαχαρωτή ζαχαρωτό
κλητική ζαχαρωτέ ζαχαρωτή ζαχαρωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζαχαρωτοί ζαχαρωτές ζαχαρωτά
γενική ζαχαρωτών ζαχαρωτών ζαχαρωτών
αιτιατική ζαχαρωτούς ζαχαρωτές ζαχαρωτά
κλητική ζαχαρωτοί ζαχαρωτές ζαχαρωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαχαρωτός < ζάχαρ(η) + -ωτός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈtɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαχαρωτός, -ή, -ό

  1. που έχει παρασκευαστεί από ζάχαρη
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ζαχαρωτό: γλύκισμα με βασικό υλικό τη ζάχαρη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]