ζαχαρωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζαχαρωτός ζαχαρωτή ζαχαρωτό
γενική ζαχαρωτού ζαχαρωτής ζαχαρωτού
αιτιατική ζαχαρωτό ζαχαρωτή ζαχαρωτό
κλητική ζαχαρωτέ ζαχαρωτή ζαχαρωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζαχαρωτοί ζαχαρωτές ζαχαρωτά
γενική ζαχαρωτών ζαχαρωτών ζαχαρωτών
αιτιατική ζαχαρωτούς ζαχαρωτές ζαχαρωτά
κλητική ζαχαρωτοί ζαχαρωτές ζαχαρωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαχαρωτός < ζάχαρη + -ωτός < μεσαιωνική ελληνική ζάχαρις < ελληνιστική κοινή σάκχαρις < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈtɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζαχαρωτός, -ή, -ό

  1. που έχει παρασκευαστεί από ζάχαρη
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ζαχαρωτό: γλύκισμα με βασικό υλικό τη ζάχαρη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]