ζαχαρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαχαρώνω < ζάχαρη + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική ζάχαρις < ελληνιστική κοινή σάκχαρις < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /za.xa.ˈɾɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζαχαρώνω , πρτ.: ζαχάρωνα, στ.μέλλ.: θα ζαχαρώσω, αόρ.: ζαχάρωσα, παθ.φωνή: ζαχαρώνομαι, μτχ.π.π.: ζαχαρωμένος

  1. ρίχνω ζάχαρη σε κάτι ή το ρίχνω μέσα σε διάλυμα ζάχαρης
  2. (για φαγώσιμα) κρυσταλλώνω, σχηματίζω κρυστάλλους ζάχαρης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ζαχαριάζω
  3. (μεταφορικά) μου αρέσει κάτι πολύ και έχω σκοπό να το πάρω
  4. (συνεκδοχικά) βλέπω, παρατηρώ κάτι που μου αρέσει πολύ
  5. (συνεκδοχικά) κάνω ερωτοτροπίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]