ζελές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ζιλές

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζελές οι ζελέδες
      γενική του ζελέ των ζελέδων
    αιτιατική τον ζελέ τους ζελέδες
     κλητική ζελέ ζελέδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
ζελές στα χρώματα του ουράνιου τόξου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζελές < γαλλική gelée < gelé < geler < παλαιά γαλλικά geler < λατινική gelare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος gelo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gel- (κρύος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zɛ.ˈlɛs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζελές αρσενικό

  1. (γαστρονομία) γλύκισμα που γίνεται κυρίως με τη χρήση ζελατίνης
  2. (κομμωτική) τζελ

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]