ζενδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζενδικός ζενδική ζενδικό
γενική ζενδικού ζενδικής ζενδικού
αιτιατική ζενδικό ζενδική ζενδικό
κλητική ζενδικέ ζενδική ζενδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζενδικοί ζενδικές ζενδικά
γενική ζενδικών ζενδικών ζενδικών
αιτιατική ζενδικούς ζενδικές ζενδικά
κλητική ζενδικοί ζενδικές ζενδικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζενδικός < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική zend[1] + -ικός< αβεστική zand (σχολιασμός, ερμηνευτικά σχόλια) [2]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zen.'ði.kos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζενδικός αρσενικό (θηλυκό ζενδική) (ουδέτερο ζενδικό)

  1. Ζενδική γλώσσα
Η γλώσσα της Aβέστα, των ιερών κειμένων του Ζωροαστρισμού
συνώνυμα: Αβεστική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]