ζηλεύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζηλεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζηλεύω [1][2][3]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ziˈle.vo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζη‐λεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]ζηλεύω, αόρ.: ζήλεψα, παθ.φωνή: ζηλεύομαι, π.αόρ.: ζηλεύτηκα, μτχ.π.π.: ζηλεμένος
- διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο
Ο άντρας της τη ζηλεύει τόσο πολύ, που παύει να είναι κολακευτικό και γίνεται ενοχλητικό.
- ανταγωνίζομαι διαρκώς κάποιον και επιθυμώ να πετύχω ή να έχω ό,τι κι αυτός
Ζηλεύονται πολύ. Είναι πολύ συνηθισμένο τα αδέλφια να ζηλεύουν το ένα το άλλο.
- επιθυμώ, νιώθω την παρόρμηση να αποκτήσω κάτι που μου αρέσει πολύ
Είδα στη βιτρίνα ένα ωραίο ρούχο και το ζήλεψα.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη ζήλος
Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ζηλεύω | ζήλευα | θα ζηλεύω | να ζηλεύω | ζηλεύοντας | |
| β' ενικ. | ζηλεύεις | ζήλευες | θα ζηλεύεις | να ζηλεύεις | ζήλευε | |
| γ' ενικ. | ζηλεύει | ζήλευε | θα ζηλεύει | να ζηλεύει | ||
| α' πληθ. | ζηλεύουμε | ζηλεύαμε | θα ζηλεύουμε | να ζηλεύουμε | ||
| β' πληθ. | ζηλεύετε | ζηλεύατε | θα ζηλεύετε | να ζηλεύετε | ζηλεύετε | |
| γ' πληθ. | ζηλεύουν(ε) | ζήλευαν ζηλεύαν(ε) |
θα ζηλεύουν(ε) | να ζηλεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ζήλεψα | θα ζηλέψω | να ζηλέψω | ζηλέψει | ||
| β' ενικ. | ζήλεψες | θα ζηλέψεις | να ζηλέψεις | ζήλεψε | ||
| γ' ενικ. | ζήλεψε | θα ζηλέψει | να ζηλέψει | |||
| α' πληθ. | ζηλέψαμε | θα ζηλέψουμε | να ζηλέψουμε | |||
| β' πληθ. | ζηλέψατε | θα ζηλέψετε | να ζηλέψετε | ζηλέψτε | ||
| γ' πληθ. | ζήλεψαν ζηλέψαν(ε) |
θα ζηλέψουν(ε) | να ζηλέψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ζηλέψει | είχα ζηλέψει | θα έχω ζηλέψει | να έχω ζηλέψει | ||
| β' ενικ. | έχεις ζηλέψει | είχες ζηλέψει | θα έχεις ζηλέψει | να έχεις ζηλέψει | έχε ζηλεμένο | |
| γ' ενικ. | έχει ζηλέψει | είχε ζηλέψει | θα έχει ζηλέψει | να έχει ζηλέψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ζηλέψει | είχαμε ζηλέψει | θα έχουμε ζηλέψει | να έχουμε ζηλέψει | ||
| β' πληθ. | έχετε ζηλέψει | είχατε ζηλέψει | θα έχετε ζηλέψει | να έχετε ζηλέψει | έχετε ζηλεμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν ζηλέψει | είχαν ζηλέψει | θα έχουν ζηλέψει | να έχουν ζηλέψει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) ζηλεμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) ζηλεμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) ζηλεμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) ζηλεμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ζηλεύομαι | ζηλευόμουν(α) | θα ζηλεύομαι | να ζηλεύομαι | ||
| β' ενικ. | ζηλεύεσαι | ζηλευόσουν(α) | θα ζηλεύεσαι | να ζηλεύεσαι | (ζηλεύου) | |
| γ' ενικ. | ζηλεύεται | ζηλευόταν(ε) | θα ζηλεύεται | να ζηλεύεται | ||
| α' πληθ. | ζηλευόμαστε | ζηλευόμαστε ζηλευόμασταν |
θα ζηλευόμαστε | να ζηλευόμαστε | ||
| β' πληθ. | ζηλεύεστε | ζηλευόσαστε ζηλευόσασταν |
θα ζηλεύεστε | να ζηλεύεστε | (ζηλεύεστε) | |
| γ' πληθ. | ζηλεύονται | ζηλεύονταν ζηλευόντουσαν |
θα ζηλεύονται | να ζηλεύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ζηλεύτηκα | θα ζηλευτώ | να ζηλευτώ | ζηλευτεί | ||
| β' ενικ. | ζηλεύτηκες | θα ζηλευτείς | να ζηλευτείς | ζηλέψου | ||
| γ' ενικ. | ζηλεύτηκε | θα ζηλευτεί | να ζηλευτεί | |||
| α' πληθ. | ζηλευτήκαμε | θα ζηλευτούμε | να ζηλευτούμε | |||
| β' πληθ. | ζηλευτήκατε | θα ζηλευτείτε | να ζηλευτείτε | ζηλευτείτε | ||
| γ' πληθ. | ζηλεύτηκαν ζηλευτήκαν(ε) |
θα ζηλευτούν(ε) | να ζηλευτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ζηλευτεί | είχα ζηλευτεί | θα έχω ζηλευτεί | να έχω ζηλευτεί | ζηλεμένος | |
| β' ενικ. | έχεις ζηλευτεί | είχες ζηλευτεί | θα έχεις ζηλευτεί | να έχεις ζηλευτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ζηλευτεί | είχε ζηλευτεί | θα έχει ζηλευτεί | να έχει ζηλευτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ζηλευτεί | είχαμε ζηλευτεί | θα έχουμε ζηλευτεί | να έχουμε ζηλευτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ζηλευτεί | είχατε ζηλευτεί | θα έχετε ζηλευτεί | να έχετε ζηλευτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ζηλευτεί | είχαν ζηλευτεί | θα έχουν ζηλευτεί | να έχουν ζηλευτεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι ζηλεμένος - είμαστε, είστε, είναι ζηλεμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν ζηλεμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν ζηλεμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι ζηλεμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι ζηλεμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι ζηλεμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι ζηλεμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αισθάνομαι ζήλια
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ζηλεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ζηλεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζηλεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζηλεύω
Προφορά
[επεξεργασία]- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζη‐λεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]ζηλεύω, πρτ.: ζήλευα/ἐζήλευα, μτχ.π.π.: ζηλεμένος
- (κάποιον ή κάτι) ζηλεύω, φθονώ
- (για ζευγάρι) ζηλεύω, ζηλοτυπώ
- ※ ⌘ Πεντ. Αρ. V 14
- (κάποιον) μακαρίζω, καλοτυχίζω
- ※ ⌘ Αχέλ. 439
- τ’ ἀποθαμένου ζήλευγεν τότε ὁ λαβωμένος
- ※ ⌘ Αχέλ. 439
- (κάτι) επιθυμώ πολύ, επιδιώκω με ζήλο και ζέση
- μιμούμαι με προθυμία
- ※ ⌘ Σπαν. V Suppl. 25
- Ζήλευε πάντα τὸν καλόν
- ※ ⌘ Σπαν. V Suppl. 25
- ζηλεύω, φθονώ
- ※ ⌘ Ερωφ. Α´ 478
- φοβοῦμαι νὰ μὴ ζηλέψει στὴν πολλὴ καλομοιριὰν ἀποὺ ’μαι
- ※ ⌘ Ερωφ. Α´ 478
- (για ζευγάρι) ζηλεύω, ζηλοτυπώ
- ※ ⌘ Ροδολ. Γ´ 555
- ποθώ, λαχταρώ, και κατ’ επέκταση επιδιώκω με ζήλο
- ※ ⌘ Περί γέρ. 21
- Ὅποια ζηλέψει σὲ φλουριά, σὲ ῥοῦχα, σὲ λογᾶρι
- ※ ⌘ Περί γέρ. 21
- (επιθετικοποιημένο) μετοχή παθητικού παρακειμένου «ζηλεμένος» ζηλευτός· ξακουστός, περίφημος
- ※ ⌘ Φορτουν. Γ´ 1
- ἅρματα ζηλεμένα
- ※ ⌘ Φορτουν. Γ´ 1
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε τη λέξη
Πηγές
[επεξεργασία]- ζηλεύω - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ζηλεύω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ζῆλος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ζηλεύω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -εύω (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)