ζημιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζημιά ζημιές
γενική ζημιάς ζημιών
αιτιατική ζημιά ζημιές
κλητική ζημιά ζημιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζημιά < αρχαία ελληνική ζημία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /zi.ˈmɲa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζημιά θηλυκό

  1. καταστροφή ενός αντικειμένου, απώλεια από φθορά, βλάβη
  2. (συνεκδοχικά) το κόστος από την παραπάνω καταστροφή, φθορά ή βλάβη
  3. (ειδικότερα) το έλλειμμα που παρουσιάζεται σε μία οργάνωση όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χασούρα
  4. χάσιμο αξίας χωρίς αντιστάθμισμα

32πχ Μεταφράσεις[]