ζημιόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζημιόω < ζημία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζημιόω -ζημιῶ

  1. προκαλώ βλάβη, απώλεια, ζημιώνω
  2. τιμωρώ (και παθητικό, τιμωρούμαι) με πρόστιμο