Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζητάω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ζητέω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζητάω < ζητ(ώ) + -άω κατά το τρίτο πρόσωπο σε -άει < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ζητῶ, συνηρημένου τύπου του ζητέω[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ziˈta.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζητάω

ζητάω/ζητώ, αόρ.: ζήτησα, παθ.φωνή: ζητιέμαι/ζητούμαι, π.αόρ.: ζητήθηκα, μτχ.π.π.: ζητημένος

  1. (από κάποιον κάτι)
    1. λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι
      παράδειγμα  Της ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
        Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
    2. λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου
      παράδειγμα  Σας ζήτησα να κάνετε ησυχία!
  2. ψάχνω να βρω κάτι που χρειάζομαι, αναζητώ κάτι (υλικό ή άυλο)
    παράδειγμα  ζητάω πληροφορίες
    παράδειγμα  Ο φιλόσοφος ζητάει απαντήσεις στα ερωτήματα που βασανίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.
    παράδειγμα  Ζητώ μεταχειρισμένο αυτοκίνητο πενταετίας σε καλή κατάσταση.
    παράδειγμα  Ζητιέται πολύ αυτό το προϊόν· οι πωλήσεις είναι στα ύψη.
  3. (παλιότερα) κάνω πρόταση γάμου σε κάποιαν ή ζητώ από τους γονείς της την άδεια να την παντρευτώ
    παράδειγμα  Θα πάω στο σπίτι της το βράδυ να τη ζητήσω.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ζητώ, ζητάω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ζητώ, ζητάω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)