ζιγκ ζαγκ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζιγκ ζαγκ ουδέτερο άκλιτο
- γεωμετρικό μοτίβο τεθλασμένης γραμμής με διαδιοχικές γωνίες εισέχουσες και εξέχουσες (όπως ΛVΛV)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ζιγκζαγκωτά / ζικζακωτά (επίρρημα)
- ζιγκζαγκωτός / ζικζακωτός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «ζιγκ ζαγκ» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ζικ ζακ, ζιγκ ζαγκ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)