ζουμί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζουμί ζουμιά
γενική ζουμιού ζουμιών
αιτιατική ζουμί ζουμιά
κλητική ζουμί ζουμιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζουμί < ζωμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζουμί ουδέτερο

  1. ο ζωμός, το υγρό που περιέχει εκτός από νερό τις θρεπτικές ουσίες του κρέατος ή του ψαριού που έβρασε μέσα σ' αυτό
  2. (μεταφορικά) στον πληθυντικό, τα δάκρυα
    την πιάσανε τα ζουμιά: έβαλε τα κλάματα
  3. (μεταφορικά) η ουσία, κάτι που χαρακτηρίζεται από πυκνότητα ιδεών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]