ζοφερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ζοφερός η ζοφερή το ζοφερό
      γενική του ζοφερού της ζοφερής του ζοφερού
    αιτιατική τον ζοφερό τη ζοφερή το ζοφερό
     κλητική ζοφερέ ζοφερή ζοφερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ζοφεροί οι ζοφερές τα ζοφερά
      γενική των ζοφερών των ζοφερών των ζοφερών
    αιτιατική τους ζοφερούς τις ζοφερές τα ζοφερά
     κλητική ζοφεροί ζοφερές ζοφερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζοφερός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζοφερός < ζόφος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zo.feˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζο‐φε‐ρός

Επίθετο[επεξεργασία]

ζοφερός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο
     συνώνυμα: ερεβώδης, θεοσκότεινος
     αντώνυμα: λαμπρός, φωτεινός
    ζοφερή νύχτα
  2. (μεταφορικά) που προκαλεί ανασφάλεια, απαισιοδοξία, φόβο
     συνώνυμα: δυσοίωνος
     αντώνυμα: αισιόδοξος, ελπιδοφόρος
    ζοφερό μέλλον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]