ζούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζούλα ζούλες
γενική ζούλας
αιτιατική ζούλα ζούλες
κλητική ζούλα ζούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ζούλα < ζουλώ
  2. ζούλα < ζώο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζούλα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) μυστικότητα
  2. η κατσίκα (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. (λαϊκότροπο) (αργκό) στη ζούλα: στα κρυφά, στα μουλωχτά, λαθραία, χωρίς να το καταλάβουν οι άλλοι επειδή η προσοχή τους ήταν στραμμένη αλλού

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. ο πληθυντικός είναι αδόκιμος
  2. ζούλες (= κατσίκες)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ζούλα

  1. (λαϊκότροπο) με μυστικό τρόπο, χωρίς να το καταλάβουν οι υπόλοιποι
    ζούλα σε μία βάρκα μπήκα, από το ομώνυμο τραγούδι του Γιώργου Μπάτη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ζούλα

  1. β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ζουλάω