ζούμπερο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζούμπερο ζούμπερα
γενική ζούμπερου ζούμπερων
αιτιατική ζούμπερο ζούμπερα
κλητική ζούμπερο ζούμπερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζούμπερο < σλαβική zonbru

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζούμπερο ουδέτερο

  1. ζωύφιο
  2. (μεταφορικά) αηδιαστικός άνθρωπος
  3. ο μπουνταλάς, αυτός που δεν νιώθει
  4. (πληθυντικός) ζούμπερα: (κρητική διάλεκτος) τα ήμερα ζώα , συνήθως τα οικόσιτα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]