ζούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζούρα ζούρες
γενική ζούρας (ζουρών)
αιτιατική ζούρα ζούρες
κλητική ζούρα ζούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζούρα < μεσαιωνική ελληνική ζούρα, σούρα[1] < βενετική / ιταλικά usura < λατινική usura < utor < πρωτοϊταλικά *oitōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃eyt- (φέρνω μαζί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζούρα θηλυκό

  1. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) καχεξία, ατροφία
  2. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) κατακάθι, ίζημα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ζούρα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.