Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζυγαρίζω

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζυγαρίζω < ζυγαρά + -ίζω

ζυγαρίζω

  • ταλαντεύομαι
      16ος/17ος αιώνας Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Β στίχ. 1815 (1813-1816) σελ. 139 Νικόλαος Γλυκύς, Εν Βενετία: Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 1813 / σελ. 116, Εν Βενετία: Εκ του τυπογραφείου του Αγίου Γεωργίου, 1860.
    Δὲν ἔχει πλειό του θύμησιν καὶ δύναμιν νὰ στέκῃ,
    Καὶ τʼ ἄλογο τονὲ βαστᾷ, καὶ πάγει τον παρέκει.
    Κʼ ἐκεῖνος ἐζυγάριζε, καὶ πλειό του ἀνδρειὰν δὲν ἔχει,
    Μὰ στέκει ἀπάνω στὸ φαρὶ, καὶ ποὖναι δὲν κατέχει.

Ρηματικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]