ζυγολόγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ζυγόλουρο, ζυγολούρι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζυγολόγιο τα ζυγολόγια
      γενική του ζυγολόγιου
ζυγολογίου
των ζυγολόγιων
ζυγολογίων
    αιτιατική το ζυγολόγιο τα ζυγολόγια
     κλητική ζυγολόγιο ζυγολόγια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζυγολόγιο < ζυγ(ος) + -ο- + -λόγιο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζυγολόγιο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]