ζυγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ζυγός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζυγός ζυγοί
γενική ζυγού ζυγών
αιτιατική ζυγό ζυγούς
κλητική ζυγέ ζυγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζυγός < αρχαία ελληνική ζυγός, άλλη μορφή του ζυγόν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *iugóm «ζυγός»

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zi.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζυγός αρσενικό

  1. όργανο μέτρησης της μάζας
    ζυγός ακριβείας
  2. ξύλινο εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων
    πέρνα το ζυγό στο βόδι
  3. η δουλεία, η σκλαβιά
    ο ζυγός των κατακτητών
  4. σειρά στρατιωτών, μαθητών κ.λπ. σε ειδική παράταξη και παράγγελμα
    'εφ' ενός ζυγού ή επί δύο ζυγών κ.ο.κ.
    τους ζυγούς λύσατε! (αραιώσατε! ή πυκνώσατε!)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζυγός ζυγή ζυγό
γενική ζυγού ζυγής ζυγού
αιτιατική ζυγό ζυγή ζυγό
κλητική ζυγέ ζυγή ζυγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζυγοί ζυγές ζυγά
γενική ζυγών ζυγών ζυγών
αιτιατική ζυγούς ζυγές ζυγά
κλητική ζυγοί ζυγές ζυγά

ζυγός -ή - ό

  1. (αριθμητική) που διαιρείται ακριβώς με το 2, ο άρτιος (αριθμός), κάτι που είναι διπλό ή ζευγαρωτό
  2. ο κάτοχος ΙΧ με ζυγό αριθμό
    δεν κυκλοφορώ σήμερα, είμαι ζυγός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zdy.ɡós/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζυγός αρσενικό