ζωάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωάκι ζωάκια
γενική
αιτιατική ζωάκι ζωάκια
κλητική ζωάκι ζωάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωάκι < ζώο + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζωάκι ουδέτερο

  • υποκοριστικό του ζώο
    1. το ζώο που είναι μικρό σε διαστάσεις ή ηλικία
    2. το άκακο ζώο, εκείνο που κάποιος θέλει να το προστατεύσει ανεξαρτήτως διαστάσεων και ηλικίας, που ομως από κάτι απειλείται
    3. (μεταφορικά) (οικείο) προσφώνηση ερωτικής φύσεως σαν υποκοριστικό της ζωής. Όπως λ.χ Αντί για "μωρό μου" "μωράκι μου", ομοίως αντί για "Ζωή μου, ζωάκι μου"

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]