ζωεμπορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωεμπορία < ζώο + εμπορία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζωεμπορία θηλυκό

  1. η εμπορία ζώων (βοοειδών, χοίρων και αμνοεριφίων), το ζωεμπόριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]