ζωηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ζωηρός ζωηρή ζωηρό
γενική ζωηρού ζωηρής ζωηρού
αιτιατική ζωηρό ζωηρή ζωηρό
κλητική ζωηρέ ζωηρή ζωηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζωηροί ζωηρές ζωηρά
γενική ζωηρών ζωηρών ζωηρών
αιτιατική ζωηρούς ζωηρές ζωηρά
κλητική ζωηροί ζωηρές ζωηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωηρός < μεσαιωνική ελληνική ζωηρός < ζωή + -ηρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζωηρός, -ή, -ό

  1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δραστήριος, ζωντανός, ενεργητικός, κινητικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδρανής, άτονος, άπραγος, νωθρός
  2. έντονος
    ζωηρό ενδιαφέρον
    ζωηρά χρώματα
  3. άτακτος
    πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανήσυχος, άτακτος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: φρόνιμος, ήσυχος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]