ζωηρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ζωηρός | η | ζωηρή | το | ζωηρό |
| γενική | του | ζωηρού | της | ζωηρής | του | ζωηρού |
| αιτιατική | τον | ζωηρό | τη | ζωηρή | το | ζωηρό |
| κλητική | ζωηρέ | ζωηρή | ζωηρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ζωηροί | οι | ζωηρές | τα | ζωηρά |
| γενική | των | ζωηρών | των | ζωηρών | των | ζωηρών |
| αιτιατική | τους | ζωηρούς | τις | ζωηρές | τα | ζωηρά |
| κλητική | ζωηροί | ζωηρές | ζωηρά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζωηρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ζωηρός [1] ή μεσαιωνική ελληνική ζωηρός. [2] Μορφολογικά αναλύεται σε ζω(ή) + -ηρός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /zo.iˈɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζω‐η‐ρός
Επίθετο
[επεξεργασία]ζωηρός, -ή, -ό
- που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
- ※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ≈ συνώνυμα: δραστήριος, ζωντανός, ενεργητικός, κινητικός, σφριγηλός
- ≠ αντώνυμα: αδρανής, άτονος, άπραγος, νωθρός
- έντονος
ζωηρό ενδιαφέρον, ζωηρά χρώματα
- άτακτος
Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα ζωηρ-
- αζωήρευτος
- ζωηρά (επίρρημα)
- ζωηράδα
- ζωήρεμα
- ζωηρεμένος
- ζωηρεύω
- ζωηρότητα, ζωηρότη
- ζωηρούλης, ζωηρούλα, ζωηρούλι
- ζωηρούλικος
- ζωηρούτσικα (επίρρημα)
- ζωηρούτσικος
- ζωηρόχρωμος
- ζωηρώς (παρωχημένο επίρρημα)
- ξαναζωήρεμα
- ξαναζωηρεύω
→ και δείτε τη λέξη ζωή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ζωηρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζωηρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζωηρός < ζω(ή) + -ηρός
Πηγές
[επεξεργασία]- ζωηρός - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ζωηρός | ἡ | ζωηρᾱ́ | τὸ | ζωηρόν |
| γενική | τοῦ | ζωηροῦ | τῆς | ζωηρᾶς | τοῦ | ζωηροῦ |
| δοτική | τῷ | ζωηρῷ | τῇ | ζωηρᾷ | τῷ | ζωηρῷ |
| αιτιατική | τὸν | ζωηρόν | τὴν | ζωηρᾱ́ν | τὸ | ζωηρόν |
| κλητική ὦ! | ζωηρέ | ζωηρᾱ́ | ζωηρόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | ζωηροί | αἱ | ζωηραί | τὰ | ζωηρᾰ́ |
| γενική | τῶν | ζωηρῶν | τῶν | ζωηρῶν | τῶν | ζωηρῶν |
| δοτική | τοῖς | ζωηροῖς | ταῖς | ζωηραῖς | τοῖς | ζωηροῖς |
| αιτιατική | τοὺς | ζωηρούς | τὰς | ζωηρᾱ́ς | τὰ | ζωηρᾰ́ |
| κλητική ὦ! | ζωηροί | ζωηραί | ζωηρᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ζωηρώ | τὼ | ζωηρᾱ́ | τὼ | ζωηρώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | ζωηροῖν | τοῖν | ζωηραῖν | τοῖν | ζωηροῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ζωηρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηρός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηρός (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηρός (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)