ζωηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ζωηρός η ζωηρή το ζωηρό
      γενική του ζωηρού της ζωηρής του ζωηρού
    αιτιατική τον ζωηρό τη ζωηρή το ζωηρό
     κλητική ζωηρέ ζωηρή ζωηρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ζωηροί οι ζωηρές τα ζωηρά
      γενική των ζωηρών των ζωηρών των ζωηρών
    αιτιατική τους ζωηρούς τις ζωηρές τα ζωηρά
     κλητική ζωηροί ζωηρές ζωηρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωηρός < μεσαιωνική ελληνική ζωηρός < ζωή + -ηρός

Επίθετο[επεξεργασία]

ζωηρός, -ή, -ό

  1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
     συνώνυμα: δραστήριος, ζωντανός, ενεργητικός, κινητικός, σφριγηλός
     αντώνυμα: αδρανής, άτονος, άπραγος, νωθρός
  2. έντονος
    ζωηρό ενδιαφέρον
    ζωηρά χρώματα
  3. άτακτος
    πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης
     συνώνυμα: ανήσυχος, άτακτος
     αντώνυμα: φρόνιμος, ήσυχος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]