ζωνάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωνάρι ζωνάρια
γενική ζωναριού ζωναριών
αιτιατική ζωνάρι ζωνάρια
κλητική ζωνάρι ζωνάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωνάρι < μεσαιωνική ελληνική, υποκοριστικό του ζώνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζωνάρι ουδέτερο

  1. η ζώνη που φοράμε στη μέση μας
  2. (ναυπηγικός όρος): το υπόζωμα πλοίων ή λέμβων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχει πάντα λυμένο το ζωνάρι του για καβγά: είναι οξύθυμος και εύκολα παρασύρεται σε καβγάδες
  • ζωνάρι της Παναγίας ή ζωνάρι της Καλογριάς : το ουράνιο τόξο


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ζουνάρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]