ζωντανεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωντανεύω < ζωντανός + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζωντανεύω

  1. (αμετάβατο) ξαναγυρίζω στη ζωή, ανασταίνομαι
  2. (αμετάβατο) (μεταφορικά) αποκτώ ξανά ζωντάνια, κίνηση, ενέργεια, διάθεση, αναζωογονούμαι
  3. (μεταβατικό) δίνω πάλι ζωή σε κάτι, ανασταίνω
  4. (μεταβατικό) (μεταφορικά) αναζωογονώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]