ζωογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωογράφος < ζωός και γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζωογράφος αρσενικό ( & ζωγράφος, ίσως και επίθετο)

  • που δημιουργεί εικόνες ή χρωματίζει, που απεικονίζει τη ζωή
ὅτι καὶ ἄλλοι εἰσὶ ζωγράφοι γράφοντες ἄλλα πολλὰ ζῷα;