ζωοθεραπευτική
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζωοθεραπευτική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική zootherapy < αρχαία ελληνική ζῷον + θεραπεύω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζωοθεραπευτική θηλυκό
- (ψυχολογία) η χρήση ειδικά εκπαιδευμένου ζώου στην αντιμετώπιση ψυχοπαθολογικών δυσλειτουργιών σε παιδιά ή εφήβους
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ζωοθεραπευτική
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)