ζωύφιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωύφιο ζωύφια
γενική ζωυφίου
& ζωύφιου
ζωυφίων
& ζωύφιων
αιτιατική ζωύφιο ζωύφια
κλητική ζωύφιο ζωύφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζωύφιο < ελληνιστική κοινή ζῳύφιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζωύφιο ουδέτερο

  1. έντομο ή άλλο πολύ μικρό ζώο, μαμούνι

32πχ Μεταφράσεις[]