ζῳώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζῳώδης < ζῷον και εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζῳώδης, ης, ες

  • όμοιος με ζώο, αναίσθητος, βάρβαρος