ζῶ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζῶ < συνηρημένη μορφή του ζάω ή αν έκαναν λάθος οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι, ζήω, πιθανόν και αρχικός τύπος διάω και ἄω (αναπνέω)


Ρήμα[επεξεργασία]

ζῶ

ζώει μὲν ἐν Ὀλυμπίοις
ζώων τ᾽ ἀπὸ καὶ θανών
ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο
ῥεῖα ζώοντες (που ζουν χωρίς βάσανα, για τους Θεούς)
ζῶσα φλόξ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

  • Ενεστώτας : ζῶ ζῇς ζῇ ζῶμεν ζῆτε ζῶσῐ(ν) (ίδια και η υποτακτική), η ευκτική: ζῴην, ζῴης, ζῴη, ζῷμεν, ζῷτε, ζῷεν, η προστακτική: ζῆ ή ζῆθι ζήτω απαρέμφατο ενεστώτα ζῆν, μετοχή ζῶν, ζῶσα, ζῶν
  • Παρατατικός: ἔζων (το ἔζην θεωρείται εσφαλμένο), ἔζης, ἔζη, ἐζῶμεν, ἐζῆτε, ἔζων
  • Μέλλων: ζήσω και ζήσομαι και βιώσομαι (με ενεργητική σημασία), υποοτ. -, ευκτική βιωσοίμην, προστ: - , απαρ. βιώσεσθαι, μτχ. βιωσόμενος, η, ον
  • Αόριστος: ἐβίων και ἔζησα υποτακτική βιῶ, ευκτική βιῴην προστ. -, απαρ. βιῶναι, μτχ. βιοῦς, βιοῦσα, βιόν
  • Παρακείμενος: βεβίωκα και ἔζηκα, υποτ. βεβιωκώς ὦ, ευκτ. βεβιωκώς εἴην, προστ. βεβιωκώς ἴσθι, απαρ. βεβιωκέναι, μετχ. βεβιωκώς, κυῖα, κός
  • Υπερσυντέλικος: ἐζήκειν

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εὖ ζῆν