ζῷον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζῷον < αρχαία ελληνική ζῷον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζῷον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) το ζώο
- ※ Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν. Ἡ ἀληθὴς ὑγίεια, Άπαντα, τόμος 5ος, 1907)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ζῷον | τὰ | ζῷᾰ |
| γενική | τοῦ | ζῴου | τῶν | ζῴων |
| δοτική | τῷ | ζῴῳ | τοῖς | ζῴοις |
| αιτιατική | τὸ | ζῷον | τὰ | ζῷᾰ |
| κλητική ὦ! | ζῷον | ζῷᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ζῴω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ζῴοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζῷον ουδέτερο
- καθετί το ζωντανό, που ζει
- (ζωολογία) ζώο
- (ζωγραφική) ζωγραφιά, εικόνα
- ζῷα γράψασθαι τὴν ζεῦξιν τοῦ Βοσπόρου (ζωγραφιά της ζεύξης του Βοσπόρου)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ζῷον - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ζῷον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Καθαρεύουσα
- Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά με κλίση 'τέκνον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τέκνον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τέκνον' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ζωολογία (αρχαία ελληνικά)
- Ζωγραφική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)