ζῷον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ζῷον ζῴω ζῷα
Γενική ζῴου ζῴοιν ζῴων
Δοτική ζῴ ζῴοιν ζῴοις
Αιτιατική ζῷον ζῴω ζῷα
Κλητική ζῷον ζῴω ζῷα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζῷον < συνηρημένος τύπος της λέξης ζώιον < ζῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζῷον ουδέτερο

  1. καθετί το ζωντανό, που ζει
  2. ζώο
  3. ζωγραφιά, εικόνα
    ζῷα γράψασθαι τὴν ζεῦξιν τοῦ Βοσπόρου (ζωγραφιά της ζεύξης του Βοσπόρου)