ηγεσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηγεσία ηγεσίες
γενική ηγεσίας ηγεσιών
αιτιατική ηγεσία ηγεσίες
κλητική ηγεσία ηγεσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηγεσία < ελληνιστική κοινή ἡγεσία < ἡγέομαι/ἡγοῦμαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seh₂g-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ʝɛ.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηγεσία θηλυκό

  1. η άσκηση της εξουσίας
  2. (συνεκδοχικά) το σύνολο αυτών που ασκούν την εξουσία ή πρωτοπορούν σε κάποιο τομέα
    παρίσταται η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]