ηδονίστρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηδονίστρια οι ηδονίστριες
      γενική της ηδονίστριας των ηδονιστριών
    αιτιατική την ηδονίστρια τις ηδονίστριες
     κλητική ηδονίστρια ηδονίστριες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηδονίστρια < ηδονιστής + κατάληξη θηλυκού -ίστρια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηδονίστρια θηλυκό

  1. αυτή που ακολουθεί τη θεωρία του ηδονισμού
  2. αυτή που αναζητεί την ηδονή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]